Γράφει ο Νίκος Παπάζογλου
Τομεάρχης Ελληνικής Λύσης Ανάπτυξης, Επενδύσεων και Εξωστρέφειας
Από την Τοπική Οργάνωση της Νέας Δημοκρατίας στην Άνω Γλυφάδα στις επίσημες επιστολές προς τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, τον Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Όλι Ρεν και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ – Μία διαδρομή προτάσεων, επίσημης αλληλογραφίας και τεκμηριωμένων παρεμβάσεων
Είμαι ο Νίκος Παπάζογλου. Όσοι με γνωρίζετε όλα αυτά τα χρόνια γνωρίζετε ότι δεν επέλεξα ποτέ τη σιωπή όταν πίστευα πως υπήρχε μία πρόταση που άξιζε να ακουστεί. Η ενασχόλησή μου με τα κοινά δεν ξεκίνησε με στόχο την κατάκτηση ενός αξιώματος, αλλά από την πεποίθηση ότι η πολιτική αποκτά ουσία μόνο όταν συνοδεύεται από προτάσεις, τεκμηρίωση και πραγματική διάθεση προσφοράς.
Σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, όταν η οικονομική κρίση δοκίμαζε καθημερινά την κοινωνία, επέλεξα να μην περιοριστώ στην κριτική. Ως Πρόεδρος της Τοπικής Οργάνωσης της Νέας Δημοκρατίας στην Άνω Γλυφάδα επεξεργάστηκα και κατέθεσα συγκεκριμένες προτάσεις για την ανάπτυξη, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την αξιοποίηση των επενδύσεων και την ανασυγκρότηση της πραγματικής οικονομίας.
Οι προτάσεις αυτές αποτυπώθηκαν σε επίσημη επιστολή προς τον τότε Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά. Παράλληλα, επειδή η πορεία της χώρας επηρεαζόταν σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών, απέστειλα αντίστοιχες επιστολές στον τότε Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, στον Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Όλι Ρεν, καθώς και στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ.
Οι επιστολές αυτές πρωτοκολλήθηκαν και ακολούθησε επίσημη αλληλογραφία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Τα σχετικά έγγραφα διατηρούνται μέχρι σήμερα και αποτελούν τεκμήρια μιας προσπάθειας να κατατεθούν συγκεκριμένες ιδέες και όχι γενικές διαπιστώσεις.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις προτάσεις που ανέπτυξα κατείχε η δημιουργία της «Τράπεζας των Φτωχών». Η ιδέα αυτή γεννήθηκε μέσα από την επαφή με ανθρώπους που είχαν χάσει την εργασία τους, αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τα στεγαστικά τους δάνεια και έβλεπαν να απειλείται η ίδια τους η κατοικία.
Την περίοδο εκείνη τα κόκκινα δάνεια ξεποερνούσαν τα 15 δισεκατομύρια Χρήματα τα οποία θα μπορούσανε ένα χρέος θα μπορούσε να μεταφερθεί στην τράπεζα των φτωχών έτσι ώστε να μη χρειάζονται επιπλέον χρήματα για την αναδιάρθρωση των τραπεζών.
Πίστευα ότι η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορούσε να αφορά μόνο τη σταθερότητα των τραπεζών, αλλά έπρεπε να περιλαμβάνει και την προστασία των πολιτών που είχαν βρεθεί σε πραγματική αδυναμία εξαιτίας της οικονομικής συγκυρίας.
Την πρόταση αυτή την ανέπτυξα αναλυτικά σε επιστολή προς τον Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Σύμφωνα με την επίσημη απάντηση που έλαβα, η εφαρμογή μιας τέτοιας πρωτοβουλίας αποτελούσε ζήτημα αρμοδιότητας της ελληνικής κυβέρνησης. Μετά την απάντηση αυτή, θεώρησα αυτονόητο να αποστείλω την ίδια πρόταση και στον Αντώνη Σαμαρά, παρουσιάζοντας αναλυτικά το σκεπτικό και τον τρόπο λειτουργίας της.
Η πρόταση προέβλεπε τη δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το σκεπτικό μου εκείνης της περιόδου, θα μπορούσε να αναλάβει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων πολιτών που είχαν πληγεί πραγματικά από την οικονομική κρίση. Η βασική της φιλοσοφία ήταν ότι ο πολίτης που έχασε την εργασία του δεν έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως κάποιος που αρνείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, αλλά ως ένας άνθρωπος που είχε ανάγκη από μία δεύτερη ευκαιρία, ώστε να επανέλθει στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Στο πλαίσιο αυτό είχα προτείνει την επαναρρύθμιση των συγκεκριμένων δανείων με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο, από 0,5% έως 1%, χωρίς νέες υπερβολικές επιβαρύνσεις, ενώ η αποπληρωμή τους θα συνδεόταν με την επανένταξη του δανειολήπτη στην εργασία, με παρακράτηση του 30% της αμοιβής του μέχρι την πλήρη εξόφληση της οφειλής. Παράλληλα, σύμφωνα με το σκεπτικό της πρότασής μου, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να αναλάβει τη διαχείριση των περίπου 15 δισεκατομμυρίων ευρώ των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων της εποχής, δίνοντας τη δυνατότητα να εξεταστεί μια διαφορετική προσέγγιση στη διαχείριση του προβλήματος. Η εκτίμησή μου τότε ήταν ότι μια τέτοια λύση θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά την ανάγκη για περαιτέρω κεφαλαιακή ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος, ενώ οι διαθέσιμοι πόροι θα μπορούσαν να κατευθυνθούν περισσότερο προς την πραγματική οικονομία και τη στήριξη της κοινωνίας.
Η λογική ήταν ότι η οριστική λύση δεν βρίσκεται μόνο στη διαχείριση ενός χρέους, αλλά κυρίως στη δυνατότητα του ανθρώπου να αποκτήσει ξανά εισόδημα και να μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του με αξιοπρέπεια.
Η περίοδος εκείνη άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία. Πέρα από τα οικονομικά στοιχεία και τους δείκτες, υπήρχαν άνθρωποι που βίωναν καθημερινά την ανασφάλεια, την ανεργία και την αβεβαιότητα. Η προσωπική μου επαφή με συμπολίτες που δοκιμάζονταν από αυτές τις συνθήκες αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν στη διαμόρφωση αυτής της πρότασης.
Η οικονομική κρίση δεν ήταν μόνο μια δημοσιονομική δοκιμασία. Επηρέασε οικογένειες, επιχειρήσεις και την καθημερινότητα ολόκληρης της κοινωνίας. Μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συζητούμε για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις εκείνης της περιόδου στην κοινωνική συνοχή, στην ψυχική ανθεκτικότητα των πολιτών και στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς. Για τον λόγο αυτό θεωρούσα τότε –και εξακολουθώ να θεωρώ– ότι οι οικονομικές πολιτικές πρέπει να αξιολογούνται όχι μόνο με βάση τους αριθμούς, αλλά κυρίως με βάση τον αντίκτυπό τους στους ανθρώπους.
Το ζήτημα αυτό έχει για εμένα και μια βαθιά προσωπική διάσταση. Έχω βιώσει την απώλεια ενός πολύ στενού μου ανθρώπου που έδωσε τέλος στη ζωή του. Πρόκειται για μια εμπειρία που με έκανε να αντιληφθώ ακόμη περισσότερο πόσο βαρύ μπορεί να γίνει το φορτίο της απόγνωσης όταν κάποιος αισθάνεται ότι δεν υπάρχει διέξοδος. Δεν θεωρώ ότι τέτοιες τραγωδίες εξηγούνται από έναν μόνο παράγοντα. Γνωρίζω όμως πόσο σημαντικό είναι μια κοινωνία να διαθέτει μηχανισμούς στήριξης για όσους βρίσκονται σε πραγματική ανάγκη.
Παράλληλα, θεωρώ ότι η οικονομική κρίση άφησε βαθιές κοινωνικές πληγές, οι οποίες εξακολουθούν να απασχολούν την ελληνική κοινωνία. Τα παιδιά εκείνης της περιόδου μεγάλωσαν βλέποντας πολλές οικογένειες να δοκιμάζονται οικονομικά, γονείς, παππούδες και γιαγιάδες να αγωνιούν καθημερινά για την αποπληρωμή δανείων και να ζουν κάτω από έντονη πίεση και ανασφάλεια. Οι εμπειρίες αυτές ανέδειξαν, κατά την άποψή μου, τη σημασία της ύπαρξης πολιτικών που θα στηρίζουν αποτελεσματικά τους ανθρώπους σε περιόδους μεγάλης οικονομικής δυσκολίας. Για τον λόγο αυτό πίστευα ότι η συγκεκριμένη πρόταση άξιζε να εξεταστεί ως μία διαφορετική προσέγγιση απέναντι στις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της κρίσης.
Γι’ αυτό η «Τράπεζα των Φτωχών» δεν ήταν για εμένα απλώς μια οικονομική πρόταση. Ήταν μια προσπάθεια να ανοίξει ένας διαφορετικός προβληματισμός για το πώς μπορούν να συνδυαστούν η οικονομική σταθερότητα, η κοινωνική συνοχή και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να εφαρμοστεί ή με ποιον τρόπο, θεωρούσα σημαντικό να τεθεί στον δημόσιο διάλογο και να αξιολογηθεί από τους αρμόδιους θεσμούς ως μία ακόμη τεκμηριωμένη προσέγγιση απέναντι στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν περιορίστηκε ποτέ σε μία μόνο πρόταση. Από την πρώτη στιγμή πίστευα ότι η έξοδος από την κρίση απαιτούσε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα έδινε έμφαση στην παραγωγή, στην επιχειρηματικότητα, στην προσέλκυση επενδύσεων, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος για όσους ήθελαν να εργαστούν, να δημιουργήσουν και να επενδύσουν στην Ελλάδα.
Στις επιστολές που απέστειλα περιλαμβάνονταν προτάσεις για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας, την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων χρηματοδότησης, την ταχύτερη αδειοδότηση των επιχειρήσεων, την ενίσχυση της εξωστρέφειας και τη συμμετοχή ανθρώπων με εμπειρία από την αγορά στη διαμόρφωση της αναπτυξιακής πολιτικής. Η βασική μου πεποίθηση ήταν ότι η Ελλάδα διέθετε τις δυνατότητες να αλλάξει πορεία, αρκεί να υπήρχε μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, συνέπεια και αξιοποίηση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της χώρας.
Με την πάροδο των χρόνων διαπίστωσα ότι πολλά από τα ζητήματα που είχα θέσει τότε εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Η ανάγκη για ισχυρότερη παραγωγική βάση, για στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, για αποτελεσματικότερο κράτος, για επενδύσεις, για καινοτομία και για μεγαλύτερη εξωστρέφεια παραμένει μέχρι σήμερα επίκαιρη. Αυτό επιβεβαιώνει, κατά την άποψή μου, ότι ορισμένες προκλήσεις δεν είναι συγκυριακές αλλά διαχρονικές.
Η προσωπική μου διαδρομή στα δημόσια πράγματα δεν στηρίχθηκε ποτέ στην αντίληψη ότι κάποιος πρέπει πρώτα να αποκτήσει εξουσία για να μπορέσει να προσφέρει. Αντίθετα, πίστευα πάντοτε ότι κάθε ενεργός πολίτης έχει τη δυνατότητα αλλά και την ευθύνη να συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο, να μελετά, να καταθέτει προτάσεις και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Με αυτή τη λογική απευθύνθηκα τόσο στην ελληνική πολιτική ηγεσία όσο και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θεωρώντας ότι κάθε τεκμηριωμένη πρόταση αξίζει να αξιολογείται ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που την καταθέτει.
Σήμερα αντιμετωπίζω εκείνες τις επιστολές όχι ως προσωπικό επίτευγμα, αλλά ως μέρος μιας δημόσιας διαδρομής που καταγράφηκε με επίσημα έγγραφα, αριθμούς πρωτοκόλλου και θεσμική αλληλογραφία. Για εμένα αποτελούν υπενθύμιση ότι η πολιτική μπορεί να ασκείται και διαφορετικά: με μελέτη, με προετοιμασία, με τεκμηρίωση και με διάθεση ουσιαστικής συμβολής.
Ανεξάρτητα από τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν, θεωρώ ότι η μεγαλύτερη αξία αυτής της προσπάθειας βρίσκεται στο γεγονός ότι οι προτάσεις κατατέθηκαν, καταγράφηκαν και παραμένουν μέχρι σήμερα διαθέσιμες προς αξιολόγηση. Αποτυπώνουν μία σταθερή αντίληψη ότι η πολιτική δεν πρέπει να εξαντλείται στη διαχείριση της καθημερινότητας, αλλά να διαμορφώνει προοπτικές για το μέλλον.
Η εμπειρία αυτή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πεποίθησή μου ότι η πρόοδος μιας χώρας προϋποθέτει ανθρώπους που δεν αρκούνται να επισημαίνουν τα προβλήματα, αλλά αναζητούν λύσεις, τις τεκμηριώνουν και αναλαμβάνουν την ευθύνη να τις καταθέσουν στον δημόσιο διάλογο. Αυτή ήταν η φιλοσοφία που υπηρέτησα τότε και αυτή εξακολουθεί να καθοδηγεί τη δημόσια παρουσία μου μέχρι σήμερα.
#Νίκος_Παπάζογλου_Τομεάρχης_Ελληνικής_Λύσης_Ανάπτυξης_Επενδύσεων_και_Εξωστρέφειας